Πρόσφυγες και εγκληματικότητα (Doctoral thesis)

Φαρδουλή, Αικατερίνη

Η γενική προβληματική του πρώτου μέρους της εργασίας αφορά στο θεωρητικό πλαίσιο της κεντρικής θεματικής, δηλαδή στην πολυπρισματική και πολυεπίπεδη διερεύνηση του φαινομένου της εγκληματικότητας και της συνύφανσής του με το προσφυγικό. Αποτελείται από τρία κεφάλαια, τα οποία απαρτίζονται από επιμέρους ενότητες. Συγκεκριμένα: Στο 1ο κεφάλαιο «Εννοιολογική αποσαφήνιση όρων» (ολοκληρώνεται σε οκτώ ενότητες) έγινε προσπάθεια να προσεγγιστούν συνοπτικά και περιεκτικά οι βασικές θεματικές που σχετίζονται με την κεντρική προβληματική «Εγκληματικότητα και Πρόσφυγες»: μετανάστευση-παγκοσμιοποίηση-έγκλημα-ποινικό δίκαιο, ποινικοποίηση, ανθρώπινα δικαιώματα, παγκόσμιο έγκλημα, crimmigration, μετανάστες-πρόσφυγες-αιτούντες άσυλο, κοινωνιολογικές θεωρίες της εγκληματικότητας, κριτική εγκληματολογία, πολιτικό αφήγημα «Νόμος και Τάξη» και στερεοτυπική ρητορική εναντίον των προσφύγων. Ειδικότερα: Στον όρο «Πρόσφυγες» (το άτομο που απομακρύνεται από τη χώρα καταγωγής του λόγω της επαπειλούμενης δίωξής του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, εθνικούς, κοινωνικούς ή πολιτικούς-έχει πρόθεση να επιστρέψει) συγκαταλέγονται εξίσου οι κατηγορίες «Μετανάστες» (το άτομο που αποφασίζει εκούσια ή ακούσια να εγκαταλείψει τη χώρα/τόπο καταγωγής του να εγκατασταθεί σε άλλη χώρα/τόπο-δεν έχει πρόθεση να επιστρέψει) και «Αιτούντες Άσυλο» (ο ανιθαγενής ή πολίτης τρίτης χώρας που υποβάλλει αίτημα παροχής διεθνούς προστασίας-αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα-σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης 1951 και το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης 1967), δεδομένου ότι είναι αφενός δύσκολο και αφετέρου εσφαλμένο να διαχωριστούν, τουλάχιστον όσον αφορά στην εξέταση του φαινομένου της εγκληματικότητας. Το κοινό στοιχείο των ανωτέρω κοινωνικών ομάδων είναι η μεμονωμένη ή μαζική μετακίνηση, η φυγή ή και οι διωγμοί από τις πατρογονικές εστίες, και η εγκατάσταση στις χώρες υποδοχής, με κοινωνικά, οικονομικά ή πολιτικά κίνητρα ή αιτίες, υπό το πρίσμα της επικράτησης της παγκοσμιοποίησης. Η τελευταία προάγει την αντινομία μεταξύ της συγκράτησης της εθνικής κυριαρχίας-εθνοτικής «καθαρότητας» και της υποχρέωσης παροχής προστασίας σε αλλοεθνείς ανθρώπους που βρίσκονται σε κίνδυνο. Σε αυτό το συγκρουσιακό κλίμα, έχουν διευκολυνθεί οι διαδικασίες ποινικοποίησης των πράξεων που πλήττουν και απειλούν τα οφέλη των κρατών, ενώ έχει καλλιεργηθεί ο πολιτιστικός σχετικισμός, που αιτιολογεί την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, το παγκοσμιοποιημένο σύστημα αξιών, που γίνεται προσπάθεια να επιβληθεί σε όλα κράτη, αποτρέπει την αναγνώριση του πολιτιστικού πλουραλισμού ως πηγή παραβίασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Σήμερα, ένας μεγάλος αριθμός διαπραχθέντων ή δυνητικών εγκλημάτων που σχετίζονται με την κινητικότητα των πληθυσμών εντός και εκτός οριοθετημένων γεωγραφικών περιοχών, έχει συμβάλλει στην επικράτηση του «παγκοσμιοποιημένου εγκλήματος», που προσδίδει στο ποινικό δίκαιο έναν χαρακτήρα «ασφάλειας». Η ποινικοποίηση συμπεριφορών, σχετιζόμενων με τη μετακίνηση πληθυσμών, έχει αναχθεί αφενός σε κατεξοχήν εργαλείο πρόληψης της εγκληματικότητας και αφετέρου στην επικράτηση μιας αυθαίρετης και επικίνδυνης τάσης ανίχνευσης «τρομοκρατών». Η ακραία ποινικοποίηση ή ο ακραίος ποινικός πληθωρισμός, έναντι των παγκοσμιοποιημένων εγκλημάτων που σχετίζονται με «απειλητικά» φαινόμενα, όπως αυτό της μετανάστευσης, πλήττει τις ατομικές ελευθερίες, στο όνομα της ασφάλειας των γηγενών από τους «αλλοδαπούς» παραβάτες. Η παγκοσμιοποίηση του εγκλήματος συνεπάγεται από τη μια την αυστηροποίηση της ποινικής νομοθεσίας και από την άλλη την αδρανοποίηση των ατόμων και των κρατών έναντι της καταπάτησης των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, και συγκεκριμένα του μετανάστη-πρόσφυγα-αιτούντος άσυλο. Η μεγάλη αύξηση των μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών προς τα «δυτικά» κράτη έχει οδηγήσει στο φαινόμενο «crimmigration», σύμφωνα με το οποίο όλες οι συμπεριφορές που σχετίζονται με την παράτυπη μετανάστευση ανάγοντα σε ποινικά προβλήματα και όχι σε διοικητικά. Αυτό σημαίνει ότι η παράνομη είδος σε μια χώρα ποινικοποιείται και αντιμετωπίζεται με τη λήψη μέτρων ποινικού δικαίου, ενώ οι «ένοχοι» για χρήση πλαστών εγγράφων, διευκόλυνση παράτυπης εισόδου/παραμονής μεταναστών-προσφύγων-αιτούντων άσυλο ή πρόσληψη παρανόμως διαμένοντων υπηκόων τρίτων χωρών, καταδικάζονται για διάπραξη ποινικού εγκλήματος. Το φαινόμενο «crimmigration» απορρέει από την τιτλοποίηση των γεωγραφικών συνόρων, από την τάση αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας και την απροθυμία των κρατών να αναλάβουν τις πολιτικές και νομικές υποχρεώσεις έναντι των προσφύγων. Για την ερμηνεία του φαινομένου της εγκληματικότητας των μεταναστών-προσφύγων-αιτούντων άσυλο έχουν αναπτυχθεί πολλαπλές θεωρίες που επεκτείνονται προς διάφορες κατευθύνσεις: 1. σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, η εγκληματικότητα πηγάζει από την εξαθλίωση των μαζών λόγω της εμπορευματοποίησης και του καπιταλισμού, και εκδηλώνεται ως αντίδραση στη φτώχεια και την περιθωριοποίηση . 2. Σύμφωνα με τις θεωρίες της κοινωνικής δομής, η εγκληματικότητα απορρέει από την κοινωνική κατάσταση (συνθήκες διαβίωσης) του ανθρώπου κι όχι από τα φυσικά χαρακτηριστικά του (Durkheim), εκδηλώνεται με σταθερό/κανονικό ρυθμό εντός των φτωχών συνοικιών «υψηλού κινδύνου», όπου η εγκληματική-περιθωριακή συμπεριφορά είναι καθημερινό και «φυσιολογικό» φαινόμενο (Οικολογική Σχολή του Chicago), εξαρτάται από το εξωτερικό κοινωνικό περιβάλλον, τις σχέσεις που αναπτύσσονται εντός αυτού-φαινόμενο ομαδοποίησης, την αντινομία μεταξύ του ατομικού «θέλω» και του συλλογικού «θέλω» (Park & Burgess-θεωρία κοινωνικής αποδιοργάνωσης, Thomas & Znaniecki), καλλιεργείται στο κοινωνικό περιθώριο και δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο ένδειας-εξαθλίωσης-εγκληματικότητας-αποδιοργάνωσης-παρακμής (Shaw & McKay), καθορίζεται από τα επίπεδα φτώχειας, εξαχρείωσης και εξαθλίωσης που χαρακτηρίζουν μια περιοχή «ανεπιθύμητων» (Morris, Sampson, Stark), βρίσκεται σε συνάφεια με παράγοντες όπως η ένταση των κινήτρων των δραστών, η επάρκεια των ελεγκτικών μηχανισμών (Cohen & Felson), η περιστασιακότητα και η ορθή λογική (Birkbeck), η ανομία ως ανατροπή της κοινωνικής ισορροπίας ή συνειδητοποίησης της κοινωνικής ανισότητας (Merton), σχετίζεται με την κρατική στρατηγική του «αποικιοκρατίας» έναντι των μειονοτήτων (Fanon), με την ανισομέρεια ελέγχου (Tittle) ή με τον παραβατικό και αποκλίνων υποτιτλισμό (Cohen, Cloward & Ohlin). 3. Σύμφωνα με τις θεωρίες της κοινωνικής διαδικασίας, η εγκληματικότητα ενός ατόμου βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τις διαπροσωπικές-κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσει, οι οποίες διαμορφώνουν τη συμπεριφορά του (Sutherland), προκύπτει ως αποτέλεσμα της αμφιταλάντευσης μεταξύ των κοινωνικών αξιώσεων και των ατομικών πεποιθήσεων (Sellin), της χαμηλής αυτοεκτίμησης-αυτοσυγκράτησης (Reiss), της απώλειας αυτοελέγχου (Hirschi & Gottfredson), της διάδρασης (Mead) και των κοινωνικών δεσμών (Hirschi), της ετικετοποίησης (Becker, Lemert, Schur, Tannebaum). 4. Σύμφωνα με τη θεωρία των σπασμένων παραθύρων, η εγκληματικότητα μπορεί να εκδηλωθεί σε κάθε περιοχή αν και εφόσον υπάρχουν ενδείξεις παραμέλησης, περιορισμένου ελέγχου, παρακμής, αδιαφορίας ή ατιμωρησίας (Wilson & Kelling). Στον δημόσιο διάλογο, οι πρόσφυγες-μετανάστες-αιτούντες άσυλο αφενός αντιπροσωπεύουν μια ευαίσθητη, ηθική κατηγορία, της οποίας η υποστήριξη και προστασία συνιστά καθήκον, και αφετέρου υπόκεινται σε μια διαρκή διαδικασία διάκρισης μεταξύ των «γνήσιων» και των «ψεύτικων». Η αμφισβήτηση της πραγματικής τους ταυτότητας και των πραγματικών τους αναγκών, οδηγεί πολύ συχνά στην απονομιμοποίησή τους, γεγονός που εντείνεται αναλογικά με την αύξηση των μεταναστευτικών-προσφυγικών ροών. Όσο εντονότερες είναι οι τελευταίες, τόσο πιο αμείλικτη γίνεται η στερεοτυπική ρητορική, τόσο πιο πολύ εκλείπει η ενσυναίσθηση του κοινού και τόσο πιο αμφισβητήσιμη καθίσταται η αναγκαιότητα της μετακίνησής του. Οι πιο σοβαρές στερεοτυπικού τύπου ανησυχίες σήμερα, που φτάνουν στα όρια του ηθικού πανικού, αναφορικά με την παρουσία προσφύγων και μεταναστών στις δυτικές κοινωνίες, σχετίζονται με τον φόβο ότι αυτοί συμβάλλουν στην αύξηση της εγκληματικότητας και ότι «εισάγουν» τρομοκρατία στην χώρα υποδοχής. Ο φόβος αυτός διασπείρεται από τα ΜΜΕ και εντείνεται από την κοινωνική-οικονομική-πολιτική κατάσταση της χώρας. Η αντίληψη του πρόσφυγα υπό τη σκοπιά της εγκληματικότητας και της στερεοτυπικής κατασκευής του «εγκληματία» ή της «απειλής» της κοινωνικής συνοχής, που οδήγησε στην ανάδυση του φαινομένου «crimmigration», σχετίζεται με την επιβολή του δόγματος «Νόμος και Τάξη», στον πυρήνα του πολιτικού αφηγήματος του οποίου τοποθετήθηκε η δυνητική εγκληματική συμπεριφορά των μειονοτικών-αντιδρουσών-κοινωνικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των μεταναστών-προσφύγων. Ο «κίνδυνος» των τελευταίων αντιμετωπίστηκε στο πλαίσιο του δόγματος με πολιτικές απαγόρευσης, κράτησης, απέλασης και αποτροπής. Στο 2ο κεφάλαιο «Ευρωπαϊκή Ένωση και προσφυγική-μεταναστευτική κρίση του 2015» εξετάζεται η θέση και η στάση της Ευρώπης και της διεθνούς κοινότητας απέναντι στο προσφυγικό εν γένει και στην κρίση που ξέσπασε το 2015. Ειδικότερα: Η προσφυγική κρίση του 2015 επηρέασε την Ευρώπη, δοκίμασε την ενότητα της ΕΕ και έπληξε τις κοινές αξίες της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης, μέσα από αμφιλεγόμενες στρατηγικές, όπως είναι η συμφωνία της Γερμανίας με την Τουρκία για την επαναπροώθηση των προσφύγων, και από την απροθυμία των χωρών του Visegrad να συμμορφωθούν στην αρχή της ποσόστωσης. Η ένταση του προσφυγικού προβλήματος αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα των ενωσιακών προσπαθειών για τη διαχείριση των αιτούντων άσυλο, όπως αυτές κατοχυρώνονται από τον Κανονισμό του Δουβλίνου, την ΕΣΔΑ, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ, τον Κανονισμό EURODAC, το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου, την Οδηγία για τις Διαδικασίες Ασύλου, Πιστοποίησης, Συνθηκών Υποδοχής κ.ά. Το βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής διαχείρισης του προσφυγικού ήταν η ανισομέρεια στην ανάληψη των βαρών μεταξύ των 28 κρατών-μελών, με την Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γερμανία να υφίστανται τις μεγαλύτερες πιέσεις, καθώς επίσης και η άμεση αναγκαιότητα της προώθησης του μέτρου της επανεγκατάστασης. Στο 3ο κεφάλαιο «Διεθνές, Ευρωπαϊκό και Εθνικό νομικό πλαίσιο προστασίας προσφύγων-μεταναστών και αιτούντων άσυλο» (ολοκληρώνεται σε τέσσερις ενότητες) η υποψήφια αναφέρεται συνοπτικά, αλλά περιεκτικά, στο διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο, καθώς και στο θεσμικό πλαίσιο της ελληνικής και γερμανικής έννομης τάξης αναφορικά με τη διαχείριση του καθεστώτος πρόσφυγα και αιτούντος άσυλο. Ειδικότερα: Οι πρόσφυγες-μετανάστες-αιτούντες άσυλο προστατεύονται πολλαπλώς με Συμβάσεις και Σύμφωνα σε 1. διεθνές, περιφερειακό (εν προκειμένω ευρωπαϊκό) και εθνικό (εν προκειμένω ελληνικό-γερμανικό) επίπεδο, ενώ ρυθμίζονται ποικιλοτρόπως και τα ζητήματα που σχετίζονται με την κινητικότητά τους, νόμιμη ή παράτυπη. Σε διεθνές επίπεδο, ακρογωνιαίος λίθος είναι η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και η Σύμβαση της Γενεύης για το Καθεστώς των Προσφύγων, που συμπληρώνεται με το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης και με επιμέρους Συμβάσεις, όπως της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Μεταναστών, κατά των Βασανιστηρίων, για τα Δικαιώματα του Παιδιού, για το Δίκαιο της Θάλασσας, για τη Ναυτική Έρευνα και Διάσωση, κατά του Διασυνοριακού Οργανωμένου Εγκλήματος ή με Σύμφωνα, όπως των Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων των ΗΕ ή με Πρωτόκολλα, όπως για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Διακίνησης Ανθρώπων (Γυναικών-Παιδιών) και της Λαθραίας Διακίνησης Μεταναστών από Γη, Θάλασσα και Αέρα. Ανώτατο ελεγκτικό όργανο σε διεθνές επίπεδο είναι η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα δικαιώματα των προσφύγων-μεταναστών-αιτούντων άσυλο προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, και από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Σε εθνικό επίπεδο, η Ελλάδα έχει επικυρώσει σχεδόν όλες τις προαναφερθείσες Συμβάσεις, Συμφωνίες, Διακηρύξεις και Πρωτόκολλα, ενώ το αρμόδιο Υπουργείο για τα προσφυγικά-μεταναστευτικά ζητήματα είναι αυτό της Μετανάστευσης και Ασύλου. Κατά ανάλογο τρόπο, η Γερμανία δεσμεύεται από το διεθνές και το ευρωπαϊκό πλαίσιο, ενώ αρμόδιες υπηρεσίες για τη διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού-ασύλου είναι το Ομοσπονδιακό Γραφείο Μετανάστευσης και Προσφύγων, καθώς και η Ομοσπονδιακή Αστυνομία. Μέρος Β Η γενική προβληματική του δεύτερου μέρους της εργασίας αφορά στο εμπειρικό πλαίσιο της κεντρικής θεματικής, δηλαδή στη διερεύνηση της πραγματικής συνάφειας, είτε αρνητικής είτε θετικής, είτε εν ενεργεία είτε εν δυνάμει, μεταξύ της εγκληματικότητας και της παρουσίας των προσφύγων σε μια χώρα υποδοχής (Ελλάδα-Γερμανία). Αποτελείτε από δύο κεφάλαια και το καθένα από αυτά από επιμέρους ενότητες. Συγκεκριμένα: Στο 4ο κεφάλαιο «Εγκληματικότητα των προσφύγων-μεταναστών στη Γερμανία» (ολοκληρώνεται σε έξι ενότητες) διερευνώνται οι κυριότερες πτυχές που μπορούν να «φωτίσουν» την ενδεχόμενη ή πραγματική επίδραση της προσφυγικής κρίσης στην οποία διήλθε η Γερμανία το 2015, στα ποσοστά εγκληματικότητας σε εθνικό ή ομοσπονδιακό επίπεδο. Για τον λόγο αυτό εξετάζεται το υπόβαθρο της προσφυγικής κρίσης και της εγκληματικότητας στη χώρα, ελέγχονται τα συναφή με την εγκληματικότητα και τους πρόσφυγες στατιστικά δεδομένα, προσδιορίζεται η θέση των προσφύγων-μεταναστών στην ευρύτερη κατηγορία των «μη Γερμανών», προσεγγίζεται ο αντι-προσφυγικός λόγος στα γερμανικά ΜΜΕ και την πολιτική-κοινωνική ζωή της χώρας. Το κεφάλαιο κλείνει με μια προσπάθεια αποτίμησης της συσχέτισης πρόσφυγες-εγκληματικότητα στη Γερμανία. Στο 5ο κεφάλαιο «Εγκληματικότητα των προσφύγων-μεταναστών στην Ελλάδα» (ολοκληρώνεται σε τέσσερις ενότητες) εξετάζεται το υπόβαθρο της προσφυγικής κρίσης στη Ελλάδα, αποτυπώνεται η εγκληματικότητα των αλλοδαπών-ημεδαπών στην Ελλάδα κατά την περίοδο της προσφυγικής κρίσης, προσεγγίζεται το γεγονός της βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης που έπληξε την χώρα και τους πολίτες και διερευνώνται οι επιπτώσεις της στα ποσοστά και τον χαρακτήρα της εγκληματικότητας στην Ελλάδα. Το κεφάλαιο κλείνει με την ανάλυση αφενός της αντί-προσφυγικής ρητορικής, και της θέσης της εγκληματικότητας σε αυτή, που αναπτύχθηκε από τα ελληνικά ΜΜΕ και αφετέρου του πολιτικού αφηγήματος που υιοθετήθηκε από τις ακραίες και συντηρητικές παρατάξεις της χώρας. Γενικά Συμπεράσματα του εμπειρικού μέρους της εργασίας Κεντρικός σκοπός της εργασίας ήταν να εξακριβωθεί η ενδεχόμενη συνάφεια μεταξύ του προσφυγικού φαινομένου και της εγκληματικότητας στη Γερμανία και την Ελλάδα, δύο χώρες αναφοράς που απορρόφησαν ένα μεγάλο ρεύμα προσφύγων, οι οποίες χαρακτηρίζονται αφενός από μια εκ διαμέτρου αντίθετη οικονομική δυναμική και αφετέρου από ένα διαφορετικό σύστημα διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος. Η οργάνωση που παρατηρήθηκε στην περίπτωση της Γερμανίας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με την πρακτική που ακολούθησε το ελληνικό κράτος, με χαρακτηριστικές τις εικόνες από τον προσφυγικό καταυλισμό της Μόριας. Ωστόσο, ως προς το τελευταίο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι όταν ξέσπασε η προσφυγική κρίση του 2015, η Ελλάδα βρισκόταν ήδη στη βαθιά δημοσιονομική ύφεση, που επηρέασε όχι μόνο την υλοποίηση της προσφυγικής στρατηγικής και την κοινή γνώμη αναφορικά με την παρουσία των προσφύγων-αιτούντων άσυλο εντός των συνόρων της χώρας, αλλά και τα ποσοστά της εγκληματικότητας. Η ανεργία και η πτώση του μέσου επιπέδου μηνιαίου μισθού στην Ελλάδα, ιδίως κατά τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης, οδήγησε στην αύξηση των οικονομικών κυρίως εγκλημάτων, των εκβιασμών, της παραοικονομίας, της φοροαποφυγής, της κρατικής διαφθοράς, της κλοπής μετάλλων, των ληστειών και των ακραίων επιθετικών συμπεριφορών, ενώ η εγκληματικότητα παρουσίασε ύφεση μετά το 2015, όταν δηλαδή αυξήθηκαν οι προσφυγικές ροές. Άξιο λόγου είναι ότι το 2016 αυξήθηκαν σημαντικά τα εγκλήματα «δρόμου». Τα στοιχεία που προέκυψαν από τη μελέτη, την εξέταση και την παράθεση των στατιστικών κι άλλων δεδομένων της υφιστάμενης γενικής εγκληματικότητας στις δύο χώρες, τη διαχωρίζουν σε δύο άξονες: στα εγκλήματα που διαπράττονται από τους ημεδαπούς και εκείνα που διαπράττονται από τους «αλλοδαπούς» ή τους «μη Γερμανούς» (σε αυτούς μπορούν να συμπεριλαμβάνονται και οι τουρίστες). Για τον λόγο αυτό, τα επίσημα διαθέσιμα στοιχεία, είτε αυτά προκύπτουν από τα αρχεία και τις εκθέσεις της αστυνομίας, των δικαστηρίων και των σωφρονιστικών καταστημάτων, είτε από τη βιβλιογραφία και την έρευνα, ταξινομούν τα εγκλήματα σε διαπραχθέντα από ημεδαπούς και αλλοδαπούς ή μη Γερμανούς, χωρίς να προσδιορίζεται η εθνοτική προέλευση των θυμάτων. Αυτό εγείρει σοβαρό προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία της έρευνας, αλλά θέτει τη συνάφεια της παρουσίας των προσφύγων και της αύξησης της εγκληματικότητας στις χώρες υποδοχής σε μια διαφορετική βάση, που ρέπει περισσότερο προς την υιοθέτηση, την ενίσχυση και τη διατήρηση των στερεοτυπικών ερμηνειών. Αναφορικά με την εγκληματικότητα στις δύο χώρες, αξίζει να γίνουν οι εξής επισημάνσεις: τα εγκλήματα με υπόπτους πρόσφυγες δεν συνεπάγονται απαραιτήτως την πρόκληση βλαβών εναντίον των ημεδαπών. Αντίθετα, συχνά καταγράφονται βίαιες συμπλοκές μεταξύ των ομάδων των προσφύγων-μεταναστών-αιτούντων άσυλο, καθώς επίσης και εγκλήματα σε βάρος των αλλοδαπών ή μη Γερμανών. Επιπρόσθετα, η κατανομή του πληθυσμού των αιτούντων άσυλο δεν εμφανίζει ομοιομορφία, δεν είναι συναφής με τα ποσοστά της εγκληματικότητας των αλλοδαπών ή των μη Γερμανών και δεν συσχετίζεται με τα ποσοστά θυματοποίησης των γηγενών . Παράλληλα, δεν καταγράφονται σημαντικές αυξήσεις στα λεγόμενα εγκλήματα του δρόμου (η κλοπή τσαντών, η φθορά αυτοκινήτων, η κλοπή από πλανόδιους πωλητές, η κλοπή ποδηλάτων, η φθορά των αυτόματων μηχανημάτων, οι ληστείες μέσα από αυτοκίνητα, φορτηγά ή μέσα μαζικής μεταφοράς), ούτε σε εθνικό επίπεδο ούτε σε τοπικό, όπου φιλοξενούνται κατεξοχήν οι αιτούντες άσυλο-πρόσφυγες. Θετικό πρόσημο στην εγκληματικότητα που ενδεχομένως μπορεί να συνδεθεί με το «αλλοδαπό» στοιχείο της Γερμανίας (κι όχι συγκεκριμένα με τους πρόσφυγες ή τους αιτούντες άσυλο) αφορά στη χρήση, στη διακίνηση και την εμπορία ναρκωτικών, ιδίως σε περιοχές όπου λειτουργούν δομές υποδοχής και φιλοξενίας, στα σεξουαλικά εγκλήματα, τα οποία βρέθηκαν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος μετά τα γεγονότα της Πρωτοχρονιάς του 2015/2016, και στις επιθέσεις εμπρησμού κατά της δημόσιας περιουσίας. Για να περιοριστεί ο ανωτέρω κίνδυνος, επιχειρήθηκε μια εναλλακτική προσέγγιση διερεύνησης του αν η αύξηση της εισροής προσφύγων, με την πάροδο του χρόνου από το 2015 ως σήμερα, συντέλεσε στην αλλαγή/διαφοροποίηση της εγκληματικότητας, εστιάζοντας στις κατεξοχήν παραβατικές και βίαιες πράξεις που «βαρύνουν» στερεοτυπικά τους αλλοδαπούς, όπως βιασμοί, κλοπές, ληστείες και ανθρωποκτονίες. Για τον λόγο αυτό, η εξέταση αφορά στο χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της κορύφωσης της κρίσης του 2015 ως και σήμερα, προκειμένου να διερευνηθεί αν η αριθμητική αύξηση των αιτούντων άσυλο συνέπεσε με μια ενδεχόμενη αύξηση των ποσοστών εγκληματικότητας, τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ελλάδα. Ανεξάρτητα από το πως νοείται η εισροή αλλοδαπών, αν είναι δηλαδή προσφυγή, μετανάστευση ή αίτηση ασύλου, και στα δύο κράτη αναφοράς δεν προκύπτει συνάφεια μεταξύ εγκληματικότητας και αύξησης ροών. Το εν λόγω συμπέρασμα, έρχεται να προστεθεί στην υπάρχουσα βιβλιογραφία που συγκλίνει στο ίδιο: δεν φαίνεται να υπάρχει συνάφεια μεταξύ της παρουσίας προσφύγων-μεταναστών-αιτούντων άσυλο με την αύξηση της εγκληματικότητας στη χώρα υποδοχής ή φιλοξενίας. Από τη συγκέντρωση και την ανάλυση των διαθέσιμων δεδομένων σε Γερμανία και Ελλάδα, δεν εντοπίστηκε κάποιο στοιχείο που να συνηγορεί στη στερεοτυπική κατασκευή ότι η αύξηση του προσφυγικού πληθυσμού συνδέεται, έστω άμεσα, με την αύξηση των κρουσμάτων βίας από πλευράς των αλλοδαπών έναντι των ημεδαπών. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις η αύξηση των προσφυγικών ροών σχετίζεται με μείωση των ποσοστών εγκληματικότητας ή μόνο με πολύ μικρή αύξηση των λιγότερων βίαιων εγκλημάτων. Η εν λόγω συνάφεια, εκτός από μικρή, θεωρείται και έμμεση, αν και στην παρούσα έρευνα δεν λαμβάνονται υπόψη τα μέτρα της επίσημης πολιτείας για τη διαχείριση του προσφυγικού, δεν αξιολογείται η αποτελεσματικότητά τους, δεν γίνεται αναφορά στους παράγοντες που σχετίζονται συνδυαστικά και ρυθμίζουν σε μεγάλο βαθμό την εμφάνιση, την αύξηση ή τις μορφές εκδήλωσης της εγκληματικότητας. Οι αναλύσεις που παρέχονται εδώ μοντελοποιούν κατά κάποιο τρόπο, την επίδραση της έλευσης των προσφύγων-μεταναστών-αιτούντων άσυλο, στο «υφιστάμενο» έγκλημα με μια σειρά ελέγχων στα θεωρούμενα ως βιαιότερα. Αυτά τα μοντέλα, δοκιμάζουν την άμεση επίδραση της μετανάστευσης στο έγκλημα, χωρίς όμως να λαμβάνουν υπόψη βασικούς παράγοντες πρόβλεψης της καταφυγής στη βία από πλευράς των προσφύγων. Η εγκληματικότητα των «αλλοδαπών» στην Ελλάδα και των «μη Γερμανών» στη Γερμανία, αναμφίβολα αποτελεί ένα υπαρκτό πρόβλημα, που αποτυπώνεται στα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με αυτά, η συμμετοχή τους στα σοβαρά εγκλήματα (ανθρωποκτονίες, βιασμοί, ληστείες-διαρρήξεις, κλοπές) είναι δεδομένη, αν και παραμένει σε χαμηλά ποσοστά σε σχέση με την παραβατική δράση των ημεδαπών. Η κατεξοχήν στερεοτυπική και αυθαίρετη κριτική περί της «εγκληματικής» παρουσίας των προσφύγων-μεταναστών-αιτούντες άσυλο στις χώρες υποδοχής, βάσει της οποία στοιχειοθετούνται οι «φωνές» των συντηρητικών και εθνικιστικών πολιτικών δυνάμεων εναντίον τους, επικεντρώνεται στη διάπραξη παραβάσεων που σχετίζονται με το νομικό καθεστώς που διέπει την παράνομη μετανάστευση (πλαστογραφίες, παραβάσεις νόμου περί αλλοδαπών, παράνομης εισόδου και παραμονής στη χώρα κ.ά.). Αυτού του είδους τα εγκλήματα, αν και δεν παύουν να συγκαταλέγονται και να προσμετρώνται στα γενικά ποσοστά της εγκληματικότητας, δεν αφορούν σε εκείνες τις πράξεις που πλήττουν άμεσα το κοινό αίσθημα περί ασφάλειας, όπως τα «σοβαρά» εγκλήματα που προαναφέρθηκαν. Από την ανάλυση των στατιστικών στοιχείων διαπιστώθηκε ότι η παραβίαση της μεταναστευτικής νομοθεσίας των νόμων που διέπουν το καθεστώς της παράνομης μετανάστευσης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γερμανία, «εκτόξευσε» τα ποσοστά της γενικής εγκληματικότητας σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, εγείρεται το ερώτημα κατά πόσο αυτό αποδίδει μια πραγματική ή πλασματική εικόνα της εγκληματικότητας που προκαλεί το κοινό περί ασφάλειας αίσθημα. Το σίγουρο είναι ότι η συμπερίληψη των σχετιζόμενων με τη μετανάστευση παραβάσεων, συμβάλλει στην επιβεβαίωση των στερεοτυπιών και των προκαταλήψεων που δομούν διαχρονικά το προφίλ του εγκληματία πρόσφυγα-μετανάστευση-αιτούντα άσυλο και τροφοδοτούν τη ρητορική ξενοφοβίας σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Οι ερευνητές που ενασχολούνται με ζητήματα εγκληματικότητας και μετανάστευσης, υπεραμύνονται της θέσης ότι οι σχετιζόμενες με την παράνομη μετανάστευση παραβάσεις δεν πρέπει να υπολογίζονται στη διερεύνηση της εγκληματικής δράσης των προσφύγων-μεταναστών στη χώρα φιλοξενίας, καθώς οδηγούν σε εσφαλμένες εντυπώσεις, που ενισχύουν τα φαινόμενα ρατσισμού, ξενοφοβίας και φανατισμού. Με την υποστήριξη της εν λόγω θέσης, επισημαίνεται ότι είναι μεγαλύτερης αναγκαιότητας ο μη συνυπολογισμός των παραβάσεων αυτών, προκειμένου να αποκατασταθεί η κυρίαρχη αντίληψη της κοινής γνώμης των ημεδαπών, αναφορικά με τη δυνητική επικινδυνότητα των προσφύγων-μεταναστών. Στα στατιστικά στοιχεία των αστυνομικών αρχών σε Ελλάδα και Γερμανία, τα ποσοστά της εγκληματικότητας στις δύο χώρες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις καταγγελίες, οι οποίες όμως σχετίζονται πολύ συχνά με την προκατάληψη ότι οι πρόσφυγες-μετανάστες είναι δυνητικοί εγκληματίες, άρα και πιθανοί δράστες. Οι καταγγελίες αυτές, ακόμα κι όταν κρίνονται ως ανυπόστατες για το υποτιθέμενο διαπραχθέν έγκλημα, ενδεχομένως οδηγούν στην αποκάλυψη άλλων παραβάσεων, που συνήθως έχουν μικρή κοινωνική και ηθική απαξία. Έχει καταδειχθεί στη Γερμανία, ότι ό φόβος των πολιτών για την εγκληματικότητα των «ξένων» αυξάνει τη στιγμή που τα βίαια εγκλήματα τείνουν να μειώνονται. Ωστόσο, μικρό-εγκλήματα του δρόμου, αφενός διατηρούν σε μια θετική τάση τους δείκτες της εγκληματικότητας των προσφύγων-μεταναστών και αφετέρου επιφέρουν την εντατικοποίηση των ελέγχων, οι οποίοι διαμορφώνουν ένα κλίμα τρομοκρατίας, απόσυρσης, περιθωριοποίησης για τους εν δυνάμει «εγκληματίες» πρόσφυγες. Κατά ανάλογο τρόπο, τα στατιστικά δεδομένα του δικαστικού συστήματος και των καταδικαστικών αποφάσεων, δεν είναι επαρκή, καθώς δεν καταγράφονται και δεν λαμβάνονται υπόψη. Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί η μειωμένη υπερασπιστική δυνατότητα των προσφύγων-μεταναστών-αιτούντων άσυλο, η αδυναμία τους να προσλάβουν συνηγόρους, να κλητεύσουν μάρτυρες και να αξιοποιήσουν τον θεσμό της μετατροπής της ποινής. Δεδομένων των ανωτέρω περιορισμών και δυσκολιών κατά την εκδίκαση των υποθέσεών τους, πολλοί μετανάστες-πρόσφυγες-αιτούντες άσυλο κινδυνεύουν με εγκλεισμό σε κάποιο σωφρονιστικό κατάστημα, μέχρι την έκτιση της ποινής τους. Η εξέταση της όποιας συνάφειας μεταξύ της παρουσίας των προσφύγων-μεταναστών-αιτούντων άσυλο σε μια χώρα υποδοχής και της αύξησης των ποσοστών της εγκληματικότητας σε αυτή, κρίνεται σκόπιμο να τεθεί στη βάση, όχι μόνο των αυστηρών στατιστικών δεδομένων, αλλά και των υφιστάμενων κοινωνικών-χρονικών-οικονομικών-πολιτικών συγκυριών. Αν ληφθεί υπόψη η πολύ δεινή κατάσταση που προκλήθηκε (ή καλύτερα αναζωπυρώθηκε) με τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, τη στιγμή που στην Ευρώπη και τον κόσμο πολλές χώρες αντιμετώπιζαν τα αποτελέσματα της οικονομικής ύφεσης του 2007, η έλευση των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο, αναμφίβολα προκάλεσε τη συντηρητική, κυρίως, κοινή γνώμη. Στο αρνητικό αυτό κλίμα, όπου η κρίση στην οικονομία διατάραξε σε πολλές περιπτώσεις τις πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες, όπου αμφισβητήθηκαν έντονα οι πολιτικές του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και θεωρήθηκαν αποτυχημένες οι στρατηγικές τους, όπου ενδυναμώθηκε η άκρα δεξιά και αναγεννήθηκαν οι εθνικιστικές, φασιστικές και ναζιστικές ρητορικές, οι οποίες έτυχαν ανησυχητικά μεγάλης απήχησης, αποδείχθηκε πολύ εύκολη η προαγωγή ενός ξενοφοβικού μηχανισμού συμπεριφοράς. Ο ανωτέρω μηχανισμός λειτουργεί υπέρ της αύξησης των καταδικών και των διώξεων των προσφύγων-μεταναστών-αιτούντων άσυλο, συγκριτικά με εκείνες των ημεδαπών. Ενδεικτικό αυτού είναι η μεγάλη διάσταση που καταδείχθηκε στην παρούσας έρευνα, μεταξύ του ποσοστού της εγκληματικότητας των «αλλοδαπών» στην Ελλάδα (17%) και εκείνου των έγκλειστων «αλλοδαπών» στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας (60%). Όσο ενισχύονται οι προκαταλήψεις, τόσο εντείνεται το φαινόμενο του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και του φανατισμού. Με την ενεργοποίηση του μηχανισμού, η μεγαλύτερη μάζα των πληθυσμών που καλούνται να συμβιώσουν με πρόσφυγες και μετανάστες, εκδηλώνει φοβικές αντιδράσεις που συνήθως οδηγεί σε έναν ρατσισμό ανταγωνιστικού τύπου. Αποτέλεσμα του τελευταίου είναι ο πολλαπλασιασμός των καταγγελιών με βάση το κριτήριο της καταγωγής και της εξωτερικής εμφάνισης (αύξηση της ετοιμότητας των πολιτών να ενημερώσουν την αστυνομία στη Γερμανία), η ενταντικοποίηση των διώξεων και των ελέγχων από τις αστυνομικές και τις ελεγκτικές αρχές αντίστοιχα, η αύξηση των συλλήψεων και των εκδικάσεων υποθέσεων με θύτες πρόσφυγες-μετανάστες, η αυστηρότερη αντιμετώπιση των υποθέσεών τους από τους δικαστές και η επιβολή αυστηρότερων ποινών. Το αρνητικό στερεότυπο που συνδέει τους πρόσφυγες-μετανάστες με την αύξηση της εγκληματικότητας στις χώρες φιλοξενίας, συνιστά μια ατεκμηρίωτη κοινωνική κατασκευή που, βασίζεται σε ψευδή και ακατάλληλα στοιχεία, ενώ ενισχύεται και διατηρείται από τα ΜΜΕ των υπό εξέταση χωρών. Σε αντίθεση με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία των κρατών (Ελλάδας, Γερμανίας), από τα οποία διαπιστώνεται η ύπαρξη μιας υψηλής συνάφειας της εισροής προσφύγων με την αύξηση των ποσοστών της εγκληματικότητας μόνο όταν συνυπολογίζονται τα εγκλήματα που αφορούν στο νομικό καθεστώς της παράνομης μετανάστευσης, τα ΜΜΕ, όπως και οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, συνηθίζουν ευκολότερα να «βλέπουν» ενόχους, θύτες και εγκληματίες μεταξύ των προσφύγων-μεταναστών. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρόσφυγες-μετανάστες παρουσιάζονται από τα ΜΜΕ με σύμφυτο χαρακτηριστικό τους την εγκληματικότητα, τη βιαιότητα και την απανθρωπιά, ενώ οι παραβατικές τους πράξεις υπερτονίζονται, προκειμένου να ικανοποιήσουν την κοινή γνώμη, ιδίως εκείνη που ρέπει ήδη προς την αναγνώριση του «κακού» σε κάθε αλλοεθνή, αλλόγλωσσο ή αλλόθρησκο, με διαφορετικά φυσικά χαρακτηριστικά από εκείνα που έχει συνηθίσει να βλέπει γύρω του. Με αυτού του είδους την προβολή από τα ΜΜΕ, η παρουσία των προσφύγων-μεταναστών καθίσταται συνώνυμη του κινδύνου και της άμεσης απειλής της δημόσιας τάξης, γεγονός που εκφράζεται με συμπεριφορές ανασφάλειας και ηθικού πανικού. Στο πλαίσιο του ξενοφοβικού λαϊκισμού και της ρητορικής του μίσους, που βρίσκονται σε αυξητική πορεία από το 2017 κι έπειτα, τα ΜΜΕ και οι ακραίες πολιτικές δυνάμεις (AfD, Χρυσή Αυγή κ.ά.) εκμεταλλεύονται χάριν εντυπωσιασμού τα υψηλά επίπεδα μετανάστευσης, τις μεγάλες ροές προσφύγων, τις προκλήσεις ένταξης αλλοεθνών πληθυσμών στις χώρες φιλοξενίας, τον θρησκευτικό εξτρεμισμό, τις τρομοκρατικές επιθέσεις και το ασταθές κοινωνικοοικονομικό κλίμα που βασίζεται στη λιτότητα, και καλλιεργούν ένα κλίμα ρατσισμού και μισαλλοδοξίας. Η λαϊκίστικη ρητορική που διατυπώνεται και αναμεταδίδεται από τα ΜΜΕ, είναι αναμεμιγμένη με το μίσος για τους πρόσφυγες, τους μετανάστες και κάθε είδους μειονότητες, και θέτουν στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας τους την εγκληματικότητα, τη διατάραξη της κοινωνικής συνοχής και ασφάλειας, καθώς και της αύξησης της ανεργίας μεταξύ των ημεδαπών. Τα παραδοσιακά κυρίως μέσα ενημέρωσης, ενθαρρύνουν τον αυτό-διαχωρισμό και βαθαίνουν περαιτέρω τις κοινωνικές διακρίσεις. Αξιοποιούν τις υφιστάμενες ανησυχίες στους τοπικούς και εθνικούς πληθυσμούς, γεγονός που συμβάλλει στη δικαιολόγηση των τεράστιων αλλαγών αναφορικά με τα θεμελιώδη δικαιώματα των ευάλωτων ομάδων, μεταξύ των οποίων και των προσφύγων-μεταναστών. Οι πρόσφυγες αναμφισβήτητα διαπράττουν εγκλήματα στη Γερμανία και την Ελλάδα, όπως επίσης είναι και θύματα των εγκλημάτων που διαπράττονται εναντίον τους. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει απαραιτήτως να είναι περισσότερο «παράνομοι» ή «εγκληματίες» από τους μέσους Γερμανούς ή τους μέσους Έλληνες. Αξίζει να αναφερθεί ότι η καταγραφή του ποσοστού εγκληματικότητας των γηγενών και των αλλοδαπών ή μη Γερμανών, δεν προϋποθέτει τη μελέτη των επιμέρους διαρθρωτικών συνιστωσών (ηλικία, φύλο, συνθήκες διαβίωσης, μορφωτικό και οικογενειακό υπόβαθρο, γλωσσικές δεξιότητες, κοινωνική δομή), που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των ποσοστών εγκληματικότητας εντός των επιμέρους ομάδων. Επίσης, ερευνητικά έχει καταδειχθεί ότι οι διαφοροποιήσεις των ποσοστών της εγκληματικότητας, που συμπίπτουν με το διάστημα έλευσης των προσφύγων-αιτούντων άσυλο, είναι μόνο βραχυπρόθεσμες.
Institution and School/Department of submitter: Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Νομική Σχολή
Subject classification: Refugees
Keywords: Πρόσφυγες,Εγκληματικότητα,Ευρωπαϊκή Ένωση,Ελλάδα,Γερμανία,Refugees,Criminology,European Union,Greece,Germany
URI: https://repo.lib.duth.gr/jspui/handle/123456789/17104
http://dx.doi.org/10.26257/heal.duth.15838
Appears in Collections:ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΙΚΗΣ

Files in This Item:
File Description SizeFormat 
FardouliA_2021.pdfΔιδακτορική διατριβή3.36 MBAdobe PDFView/Open


 Please use this identifier to cite or link to this item:
https://repo.lib.duth.gr/jspui/handle/123456789/17104
http://dx.doi.org/10.26257/heal.duth.15838
  This item is a favorite for 0 people.

This item is licensed under a Creative Commons License Creative Commons